sendra

   Ο όρος αργκό (από το γαλλικό «argot») σημαίνει κάθε γλώσσα «κλειστή»,  που χρησιμοποιείται από διάφορες  ¨ομάδες¨ ανθρώπων.  Αποτελείται από λέξεις ή φράσεις της καθομιλούμενης γλώσσας που έχουν όμως διαφορετική σημασία.  Μέσα στον γλωσσικό μικρόκοσμο του  γήπεδου , θα ακούσεις μερικές από αυτές τις λέξεις και ατάκες

-----

Α

Αβαβά

Κάλπικος, ψεύτικος.

"Το πέναλτι ήταν αβαβά"

Αμπαλος :

Αυτός που δεν ξέρει μπάλα

Αστραχάν

Έκφραση δανεισμένη από τον ιππόδρομο. Παρατσούκλι βραδυκίνητου αλόγου.

"Που να προλάβεις τη μπάλα ρε Αστραχάν..."

Αράουτ:

Το πλάγιο άουτ. Από την αγγλική φράση "our out".

Άστο, πάω εγώ!

 Γίνεται μία προωθημένη μπαλιά. Όμως είναι  δυνατή και δεν υπάρχει περίπτωση ο επιτιθέμενος να την προλάβει. Πετάγεται φίλαθλος,  από την εξέδρα και φωνάζει στον παίκτη που την κυνηγάει μάταια "Άστο, πάω εγώ!"

Ασχετίδης:

 Αυτός που δεν έχει σχέση με το άθλημα

Άντεράκι:

Το παιχνίδι που έχει μέχρι δυο(2) γκολ

Απέκρουση:

 Παράφραση όπως αρεοπλάνο, Ουραγουάη κλπ.

Αίλουρος:

Είναι η αρχαιοελληνική λέξη για την αγριόγατα, Στο ποδόσφαιρο χρησιμοποιείται για τον ευκίνητο τερματοφύλακα που κάνει εντυπωσιακές επεμβάσεις.

"Δείτε τον τερματοφύλακα της Ιντερ, πετάχτηκε σαν αίλουρος και μπλόκαρε τη μπάλα ".

Β

Βόδι:

 Προσδιορισμός απαξιωτικός. Χρησιμοποιείται είτε για ποδοσφαιριστή, είτε για διαιτητή είτε για επόπτη.

Βοηθός :

 Ο λάινσμαν ή αλλιώς ο επόπτης.

Βούτυρο στα χέρια

Αυτή η φράση προορίζεται για τους τερματοφύλακες, οταν τους γλυστρά η μπάλα ."Ρε τι έξοδος είναι αυτή; Βούτυρο στα χέρια έχεις;"

Γ

Γάτος :

Προσδιορισμός για τον τερματοφύλακα που είναι ικανός

Γιόμα :

Σέντρα απελπισίας, με σκοπό να «γεμίσει» (γιομίσει) η αντίπαλη περιοχή.

Δ

Δρεπανηφόρο :

 Ο σκληροτράχηλος αμυντικός που δεν αφήνει να περάσει ούτε μπάλα ούτε παίχτης. Συνώνυμο το ¨κλαδευτήρι¨

Διαβήτης:

Μπαλιά (συνήθως σέντρα) με τόσο σωστό υπολογισμό και εκτέλεση, που είναι σαν να έγινε με διαβήτη. Χρησιμοποιείται και για να περιγράψει ποδοσφαιριστή που έχει την συγκεκριμένη δεξιοτεχνία.

Δέκα μπάλες για την πάρτη του

Χρησιμοποιείται για τον παίκτη που ναι μεν είναι εντυπωσιακός ντριπλαδόρος, αλλά δε πασάρει αρκετά .

Ε

Έκοψε το καρπούζι στη μέση,αλλά τα κουκούτσια;"

Η κλισέ έκφραση που δηλώνει ότι κάποιος διαιτητής ήταν δίκαιος, και παίρνει  συχνά μία "υποψιασμένη" απόφαση. Το καρπούζι μπορεί να κόβεται στη μέση, αλλά τα κουκούτσια ; Δηλαδή μικρότερης σημασίας φάσεις όπως φάουλ στο κέντρο, κίτρινες, συχνά πηγαίνουν σε μία από τις δύο ομάδες.

Επιτάφιος :

 Ο αργός σέντερ-φορ, με χαρακτηριστική φράση «πιο αργός από τον επιτάφιο». Συνώνυμα «πιο αργός κι από το replay»

Εκεί που γαμιούνται οι αράχνες

Δηλώνει ότι η μπάλα μπήκε στα δίχτυα εκεί όπου ενώνονται το οριζόντιο με το κάθετο δοκάρι, δηλαδή στο "Γ" της εστίας.

Έξοδος του Μεσολογγίου

 Αυτό για τους τερματοφύλακες. Συνήθως σε εκτέλεση κόρνερ όπου υπάρχει γέμισμα προς την περιοχή τους, οι γκολκίπερ πρέπει να πραγματοποιήσουν έξοδο από την εστία τους, έτσι ώστε να μπλοκάρουν ή να διώξουν τη μπάλα . Όταν αυτό αποτυγχάνει, η εστία βρίσκεται πίσω τους αφύλακτη.

"Χάσαμε (1-0) εκανε το τέρμα μας την έξοδο του Μεσολογγίου, και το φάγαμε "

Έπνιξε (ή έκανε γαργάρα) το πέναλτι

Όταν ένας διαιτητής δε δείχνει κάποιο καταφανέστατο πέναλτι.

Έχω τη γραμμή του κέντρου ανάμεσα στα αρχίδια μου

Ξεκαρδιστική έκφραση για να δηλώσει κάποιος ότι κάθεται ακριβώς στο κέντρο του γηπέδου, δηλαδή σε πολύ καλή θέση.

Εκκλησία:

 Συνηθέστερα χαρακτηρίζει το γήπεδο, όταν απουσιάζουν οι  φασαρίες

Έμεινε άγαλμα:

Αυτή η φράση χρησιμοποιείται συνήθως για τον τερματοφύλακα, ο οποίος δέχεται ένα τόσο δυνατό ή ξαφνικό σουτ, που αδυνατεί ακόμη και να κινηθεί από τη θέση που βρίσκεται.

Ζ

Ζόρια :

 Τα συνεχόμενα δύσκολα παιχνίδια.

Ζούγκλα :

Το αντίθετο της «εκκλησίας».

Ζαλίζω  τη μπάλα:

 Χρησιμοποιείται για παίκτη ο οποίος κάνει υπερβολική χρήση της ντρίπλας χωρίς αποτελέσματα.

"Πολύ τη ζαλίζει αυτός τη μπάλα, ας παίξει πιο απλά;"

Ζογκλέρ :

 Όσοι παίκτες κάνουν μαγικά με την μπάλα

Η

Ήρωας :

 Συνηθέστερα αυτός που βάζει γκολ στο 90, ήρωας χαρακτηρίζεται και ο τερματοφύλακας που έπιασε πέναλτι, ο σέντερ-μπακ που έβγαλε τον αγώνα με ματωμένο κεφάλι κ.ά.

Θ

Θόλωσε :

Ρήμα για τον ποδοσφαιριστή, που χάνει τα λογικά του

Κ

Κατσαρόλι:

Το κύπελλο

Κωλόφαρδος :

Ο παίκτης που βάζει γκολ από σπόντα. Ο τερματοφύλακας που βλέπει τα δοκάρια να τον σώζουν κ.α

Κοράκι :

 Παρόλο που έχει αλλάξει το χρώμα της φανέλας ως κοράκι χαρακτηρίζουμε τον διαιτητή.

Κυρία:

 Ο παίκτης που είναι ντελικάτος και τεχνίτης, αλλά δύσκολα θα βάλει τα πόδια του σε μία προσωπική μονομαχία ρισκάροντας τραυματισμό.

Καραβιά:

 Μαζική μεταγραφική κίνηση ξένων παικτών αμφιβόλου ποιότητας, με την ελπίδα να βγει κάποιο "λαχείο".

"Έφεραν στις μεταγραφές του Γενάρη μία καραβιά παίκτες μήπως ανέβουν"

Κριάρι:

Ο παίκτης με εντυπωσιακά φυσικά προσόντα, ο δυναμικός αλλά εντελώς άτεχνος. Συνηθέστερα χρησιμοποιείται για αμυντικούς.

"Τι κριάρι αυτό το σέντερ μπακ , ούτε στρίβει ούτε πασάρει"

Κοντοσφηνιά :

 Χαρακτηρισμός που αποδίδεται σε παίκτες μετρίου αναστήματος με σκοπό να μειώσει την αξία τους

Κούπα :

Το κύπελλο, το τρόπαιο

"Καλώς τα 3-0"

 (Νίκος Αλέφαντος)

Καφενείο

"Κερδίσατε το καφενείο τον Ίκαρο και κάνατε κάτι δηλαδή;"

Η ομάδα χαμηλών δυνατοτήτων, σαν να έχουν μαζευτεί οι θαμώνες ενός καφενείου και έχουν συστήσει ποδοσφαιρική ομάδα

Κοιμάται στον πάγκο

Έκφραση που χρησιμοποιείται για προπονητές που δεν "διαβάζουν" σωστά έναν αγώνα για να προχωρήσουν στις κατάλληλες οδηγίες ή αλλαγές.

Κεφτέδες

Το σκορ μηδέν-μηδέν (0-0). Χρησιμοποιείται και η έκφραση "κουλούρια".

"-Πόσο έληξε το ματς;

-Κεφτέδες"

Κατενάτσιο:

Η λέξη προέρχεται, και όχι τυχαία, από το ιταλικό catenaccio (αμπαρωμένη πόρτα).

Κατούρα να φύγουμε:

Λέγεται για πολύ βαρετό ποδοσφαιρικό παιχνίδι.

"Ενενήντα λεπτά κλοτσούσαν τη μπάλα από τη μία περιοχή στην άλλη. Κατούρα να φύγουμε ήταν το παιχνίδι"

Λ

Λαμόγιο :

 Συνηθέστερα ο διαιτητής ή όποιος άλλος απατεώνας

Λούζερ :

 Αυτός που έχει στο αίμα του το να χάνει.

Λούγκρα :

Κάτι μεταξύ λαμόγιου και αδιευκρίνιστων προθέσεων παράγοντα, διαιτητή, δημοσιογράφου…

Λόμπα ή σκαφτό:

Το είδος εκτέλεσης που αντί να στείλει τη μπάλα ευθύβολα, προσπαθεί να της δώσει ύψος έτσι ώστε να διαγράψει μεγάλο τόξο και να "κρεμάσει", όπως λέγεται στην ποδοσφαιρική ορολογία, τον αντίπαλο τερματοφύλακα.

Λακαμάς :

 Παράφραση του διεθνώς αναγνωρισμένου χαρακτηριστικού εθνικού μας ονόματος, «μα…ας».

Μ

Μπαλάκι :

 Χαϊδευτικά το γκολ. Παράδειγμα «του πέταξε δύο μπαλάκια

Μπαλαρίνα:

Ετσι χαρακτηρίζουν οι φίλαθλοι τους παίκτες για να τους μειώσουν 

Μηχανάκι :

Χαρακτηρισμός για έναν ποδοσφαιριστή που τρέχει συνέχεια.

Μπεκάτσα :

Αυτό που σημαδεύει ο επιθετικός όταν σουτάρει στον γάμο του καραγκιόζη.

Μπετατζής:

Ένας ακόμη τρόπος για να δηλώσουμε πως κάποιος παίκτης δεν είναι καλός, συνώνυμο του άμπαλος.

Μαστραπάς

Οποιοδήποτε τρόπαιο μπορεί να κατακτήσει κάποια ομάδα, πρωτάθλημα ή κύπελλο. Λαϊκή λέξη που χρησιμοποιείται κυρίως για το κύπελλο του νερού, αραβικής προέλευσης, στα ελληνικά από το τουρκικό maşrapa.

Μνήματα :

Απόκρουση που πρέπει να γίνει στο τέλος του αγώνα, ενώ η ομάδα προηγείται με 1-0. Όταν οι αντίπαλοι γεμίζουν με γιόμες ο φίλαθλος  αποφαίνεται «Διώξτε ρε, στα μνήματα!»

Μυρωδιάς :

 Χαρακτηρίζει είτε παίκτη είτε προπονητή για να δηλώσει πως  την μπάλα ¨εντόπιζε¨ μετά μεγάλης δυσκολίας.

Μαρμίτα

Η "μαρμίτα" που προέρχεται από το ιταλικό marmitta (κι αυτό με τη σειρά του από το γαλλικό marmite), είναι κυριολεκτικά η κατσαρόλα, το σκεύος μαγειρικής.

Μεταφορικά χρησιμοποιείται για το "φαγοπότι" που γίνεται από παράγοντες ομάδων, δημοσιογράφους ή παρατρεχάμενους που παίρνουν χαρτζιλίκι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. "Χαζός είναι να παραιτηθεί από υπεύθυνος τύπου; Να χάσει τη μαρμίτα;"

Μύτο:

Δυνατό σουτ με την μύτη τού παπουτσιού

Μπουκαδόρος

Χαρακτηρισμός για παίκτη που έχει την τεχνική κατάρτιση και την ταχύτητα να εισέρχεται στη μεγάλη περιοχή του αντιπάλου.

Μεταξύ πάγκου και εξέδρας:

Ο παίκτης που είναι τόσο "δεύτερη" λύση, που άλλοτε βρίσκεται στον πάγκο ως αλλαγή και άλλοτε εκτός αποστολής, με αποτέλεσμα να παρακολουθεί το παιχνίδι από την εξέδρα.

Ματιασμένος ή ματιαγμένος:

 Λέξη βγαλμένη από την λαϊκή αντίληψη περί βασκανίας. Όταν ένας παίκτης είναι εκτός φόρμας, είτε επειδή βρίσκεται σε κακή μέρα, είτε επειδή υπονοείται χρηματισμός του.

"Πως παίζει έτσι σήμερα το δεκάρι μας; Ματιαγμένος είναι;"

Μπακλαβαδωτό

Τα δίχτυα της ποδοσφαιρικής εστίας. Μπακλαβαδωτό από το σχήμα που έχουν τα κομμάτια του μπακλαβά όταν κόβονται και θυμίζουν τη δικτύωση του τέρματος.

Ν

Ντίβα :

 Για μεταγραφή που ήρθε σαν όνομα αλλά πράξη δεν είδαμε. Συνώνυμα : βεντέτα, τουρίστας.

Ντακότα

Το παλιό δικινητήριο αεροσκάφος 

Περιφρονητικά χρησιμοποιείται για τους παίκτες χαμηλής ταχύτητας, που εκνευρίζουν με το υπερβολικά αργό παιχνίδι τους.

"Αυτό το αμυντικό χαφ πάλι.. Τι ντακότα είναι αυτή ρε φίλε; Δέκα λεπτά για να φτάσει στην αντίπαλη περιοχή!"

Ντουλάπα :

Χαρακτηρισμός που προσδιορίζει τα σωματικά προσόντα ενός αμυντικού, σωματώδης. “Σκέτη ντουλάπα”.

Ντουζένια

Αυτή η έκφραση πέρασε στην αργκό του ποδοσφαίρου από την λαϊκή γλώσσα, αφού χρησιμοποιούνταν ήδη για να εκφράσει την ακμή ενός ανθρώπου. Προέρχεται από το τουρκικό düzen που σημαίνει "αρμονία". Δηλώνει την καλύτερη ποδοσφαιρική ηλικία.

"Τον θυμάμαι αυτόν τον σέντερ φορ στα μέσα της δεκαετίας του 80', που ήταν στα ντουζένια του"

Ντολμαδάκι:

Ξέρει μπαλίτσα αλλά έχει και κοιλίτσα. Συνήθως ο κοντόχοντρος, μεσοεπιθετικός.

Ναός :

 Το γήπεδο της κάθε ομάδας.

Νεούδι

 Αποκαλούμε έτσι τους νέους παίκτες κάθε ομάδας, είτε μεταγραφή, είτε μικρούς σε ηλικία.

Ντεφορμέ:

Εκτός φόρμας. Από το γαλλικό déformé(e).

"Ντεφορμέ όλη η ομάδα σήμερα. Ούτε επίθεση δε μπορούμε να βγάλουμε".

Ξ

Ξέφωτο :

Μεγάλος χώρος, που αφήνει ο αντίπαλος όταν πιέζει και η ομάδα αμύνεται.

Ξεκινάει ξυρισμένος και έχει βγάλει μούσια

Και αυτή πολύ εύγλωττη ατάκα για τον αργό ποδοσφαιριστή που έχει βγάλει χοντρό γέλιο σε ποδοσφαιρικές συζητήσεις.

Ξύπνα (ρε):

 Προστακτική για κάποιον προπονητή που «κοιμάται» στον πάγκο.

Ξυλάγγουρο :

Ο ψηλός ποδοσφαιριστής με τα ελάχιστα τεχνικά προσόντα.

Ξυλοκόπος :

Βλέπε Μπετατζής

Ο

Οβίδα :

 Χαρακτηρισμός από ευφάνταστους δημοσιογράφους για να περιγράψει πολύ δυνατά σουτ

Οβερ :

Το ματς που έχει τρία(3)γκολ και πάνω.

Ομορφιές :

 Όταν λέμε πως ένας παίκτης κάνει ομορφιές εννοούμε ότι έχει πολλές καλές στιγμές μέσα στο γήπεδο, ψαλιδάκια, τακουνάκια και λοιπά

Π

Παράγκα :

 Το «παρασκήνιο» εκεί που «μαγειρεύονται» οι διαιτησίες, και αλλα

Παλτό :

 Ο κ. Άμπαλος ήρθε για να μείνει έτσι το μόνο που μπορείτε να κάνετε είναι να τον φορέσετε ως παλτό. Χαϊδευτικά ονομάζεται και παλτουδιά.

Πολύ κλοκλό κι από τηγανίτα τίποτα:

Όταν υπάρχει θέαμα και όχι αποτέλεσμα, ή όταν γίνεται μεγάλος ντόρος χωρίς ουσιαστικό λόγο. Υπάρχει η λαϊκή φράση "πολύ λάδι κι από τηγανίτα τίποτα" ενώ το κλοκλό είναι μάλλον ηχομιμητική λέξη από τον ήχο του λαδιού που βράζει.

Περνάει μέσα από τον παίκτη / Ντριπλάρει άνθρωπο σε τηλεφωνικό θάλαμο/ την κολλάει στο πόδι

Οι παραπάνω εκφράσεις υποδηλώνουν την μεγάλη ικανότητα ενός ποδοσφαιριστή να ντριπλάρει τον αντίπαλό του.

Παρτάλι :

 Εκ Μακεδονίας προερχόμενης η έκφραση αυτή χαρακτηρίζει και πάλι τον άμπαλο,

 Πιανόλα

Ο χρηματισμένος. 

Παστελώνω:

Αντί του σκοράρω γκολ σε φράσεις όπως «έτσι παστέλωσε το» ή «τι παστέλωσε ο παιχτης μας».

Πουλημένος:

Χρησιμοποιούμενη από φιλάθλους η μετοχή στοχεύει κυρίως τον διαιτητή.

Περνάει μέσα από τους παίκτες / Πέρασε από μέσα του:

Ο παίκτης που είναι τόσο επιδέξιος με την ντρίπλα, που περνάει σαν φάντασμα μέσα από τους αμυνόμενους που προσπαθούν να τον σταματήσουν.

Πετσιά

Οι σκληροπυρηνικοί οπαδοί που βρίσκονται πάντα στο "πέταλο" του γηπέδου.

Παγκίτης:

 Ο μόνιμος "κάτοικος" του πάγκου μίας ομάδας, και είναι διαθέσιμος συνήθως ως αλλαγή.

Προσκλησάκιας

Πρόκειται για τον γηπεδικό θαμώνα ο οποίος βρίσκει πάντα κάποιο τρόπο να μπει στο γήπεδο δωρεάν. Ο προσκλησάκιας θα βρει κάποιο γνωστό στα γραφεία της ομάδας ή κάποιο δημοσιογράφο

Ρ

Ρεντιγκότα:

Βλέπε παλτό

Ρουφιάνα  :

Μπάλα . Συνώνυμο : Πόρνη.

Ρουφιάνος (Ο αλήτης δημοσιογράφος):

  Χαΐδευτικό: Ρουφ

Ρούφας :

Τερματοφύλακας που δεν σταυρώνει μπάλα, ότι φεύγει το τρώει… ή αλλιώς το ρουφάει…

Σ

Σπαθί :

 Το αντίθετο του πουλημένου για διαιτητή.

Σώζω την κατηγορία:

Συγκεντρώνω τους απαιτούμενους βαθμούς για να μείνω σε μία κατηγορία

Στον ασβέστη:

Στο γήπεδο, στον αγωνιστικό χώρο. Έκφραση βγαλμένη από την διαδικασία χάραξης των γραμμών με ασβέστη.

-Μεγάλο χαφ πήραμε λέει.

-Θα τον δούμε στον ασβέστη.

Σιαμαμίδι

Ο μικρόσωμος και γρήγορος παίκτης που τρυπώνει με επιδεξιότητα στην αντίπαλη περιοχή.

"Τι σαμιαμίδι αυτός ο Μέσσι"

Στραγάλι:

Χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη διαιτησία, αλλά και τον ίδιο τον διαιτητή. Από το στραγάλι της σφυρίχτρας.

"Καλά έπαιξε μωρέ ο ΠΑΟΚ, αλλά είχε μαζί του και το στραγάλι"

Στημένο :

  Παιχνίδια με προδιαγεγραμμένο το αποτέλεσμα.

Σύστημα: 

Η διάταξη στο γήπεδο. Ο τρόπος που παίζει η ομάδα με βάση τους αμυντικους, μεσαίους και επιθετικους.

Σαπάκι:

Από το σάπιος. Λέγεται για παίκτη μειωμένων δυνατοτήτων.

"Τι σαπάκια μας κουβαλήσανε πάλι τον Γενάρη, αυτοί οι δύο(2) δεν μπορούν να κάνουν ούτε κοντρόλ"

Σφάζω με το βαμβάκι

Η έκφραση αυτή αναφέρεται σε διαιτητές οι οποίοι  μεροληπτούν υπέρ μίας ομάδας, αλλά δεν χρειάζονται μία κραυγαλέα απόφαση για να το πράξουν, και προσπαθούν να ευνοήσουν δίνοντας φάουλ κοντά στην περιοχή, αγνοώντας κάποια όφσάιντ ή δίνοντας κίτρινες κάρτες.

Τ

Τσάκας-Τσούκας:

 Ο πασατέμπος

Τραγί :

Ο παίκτης που δεν έχει ιδέα από το άθλημα

Τον Κουτσοβλαχοδημητροκαραπαπαθανάσίου;

Τυχαίοι συνδυασμοί από συνθετικά ελληνικών επιθέτων, που δίνονται ως ειρωνική απάντηση όταν κάποιος λέει ότι στην ομάδα πρόκειται να έρθει κάποιο "μεγάλο όνομα"....

Τσόγλανος:

 Ο επιθετικός με θράσος που δεν σταματά πουθενά. Συνήθως αποδίδεται σε περιπτώσεις νεαρών ποδοσφαιριστών

Το τσαφ

Ηχομημιτική λέξη από τον ήχο που κάνει η μπάλα όταν δε τη βρίσκεις "γεμάτη". Αμυντικό λάθος με ολέθριες, συνήθως, συνέπειες.

Τον πέρασε σαν σημαδούρα:

 Εύγλωττη φράση που δηλώνει μία επιδέξια ντρίπλα όπου ο αμυντικός έχει μείνει ακίνητος. Υπάρχει και η φράση "τον πέρασε σαν σταματημένο".

Ταγάρι :

 Χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να δηλώσουμε πως ένας παίκτης δεν έχει ιδέα από το άθλημα.

Τάκλιν στην καρωτίδα:

Το βάναυσο, αντιαθλητικό τάκλιν, συνήθως με υψωμένο το πόδι του αμυνόμενου για να προκαλέσει ζημιά στον αντίπαλο.

Τετ-α-τετ:

Από το γαλλικό tête-à-tête. Όταν ο επιθετικός βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον αντίπαλο τερματοφύλακα.

Τακουνιά :

Το χτύπημα με το πίσω μέρος του ποδιού.

Τζαρτζάρισμα, τζαρτζάρω, τζαρτζ:

Πιθανώς από το αγγλικό charge. Η επιθετική εφόρμηση με το σώμα εκ μέρους αμυνόμενου παίκτη για να εκτοπίσει αντίπαλο.

Τρένο:

Η ομάδα που πηγαίνει ασταμάτητα από νίκη σε νίκη.

"Τι τρένο είναι ο Δωριέας φέτος ρε παιδί μου..."

Τσαρούχι:

Οταν το σουτ του παίχτη αντί για το τέρμα κατευθύνεται προς την εξέδρα. Συνώνυμο : στραβοκλωτσιά.

Υ

Υδραυλικός:

Ποδοσφαιριστής που περνάει όποιον βρίσκει μπροστά του

 Φ

Φιστικώνω:

 Συνώνυμο του σκοράρω.

Φόλα:

Ματς που δεν βλέπεται

Φοράει δύο αριστερά παπούτσια

Ο αμπαλος παίκτης, ο αδέξιος στις σέντρες και τις πάσες του, χαρακτηρίζεται συχνά από αυτή την εύστοχη έκφραση

Φλώροι :

Πάντα αποδίδεται στους αντιπάλους μας.

Φυτά :

 Οι εύπιστοι οπαδοί που ενστερνίζονται χωρίς πολλή σκέψη όσα διαβάζουν στις εφημερίδες ή όσα ακούν στο ραδιόφωνο ή στην tv

Χ

Χασοδίκης:

Ο δικηγόρος που χάνει τις υποθέσεις τις οποίες αναλαμβάνει.

Χασογκόλης :

Ο  άμπαλος που καταφέρνει να χάσει το γκολ από το μισό μέτρο.

Χασομέρια :

Οι καθυστερήσεις.

Χέλι :

 Ευέλικτος ποδοσφαιριστής που ξεγλιστρά σαν χέλι.

Ψ

Ψαλίδι :

Απογείωση ποδοσφαιριστή ζογκλέρ που ανάποδα με το τέρμα κάνει ψαλίδι τα πόδια του και σουτάρει στην αντίπαλη εστία.

Ψαράκι :

Οριζοντίωση ποδοσφαιριστή για κεφαλιά

Ω

Ώμα :

Η στραβοκλωτσιά, το τσαρούχι, η κουτσουκέλα του τερματοφύλακα, οποιαδήποτε λάθος κίνηση ενός παίκτη

Ως μη γενόμενη η φάση:

Κυρίως δημοσιογραφική φράση για να δηλώσει οτιδήποτε γίνεται μετά από κάποιο σφύριγμα διαιτητή που διακόπτει το παιχνίδι.

-----

tounel

  Ποια χρονολογία παρέδωσαν οι Ιππότες την Ρόδο στον σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή ;

-----

Απάντηση

1522 μ.χ

piph

pili

Που βρίσκεται η πύλη της Παναγιάς ;

ego

Γεμίστε λαχανικά το μπαλκόνι σας, είναι η εποχή! [εικόνες] | ΖΩΗ |  iefimerida.gr

  "Ο άνθρωπος θέλει διαρκώς να απασχολείται , να δημιουργεί και να παράγει έργο. Η ορμή αυτή που έχει, τον παρακινεί μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του. Συχνά βλέπουμε ηλικιωμένους  να φυτεύουν δέντρα, ενώ ξέρουν ότι δεν θα προλάβουν τους  καρπούς .

 Απαγορεύεται η δενδροφύτευση λόγο lockdown ; Φυτεύω στο μπαλκόνι !!

  Η απασχόληση , η δημιουργία , ακόμα και μέσα στο σπίτι (με κλειστό το χαζοκούτι), φέρνει  στον άνθρωπο , χαρά και αγαλλίαση¨"

(Βογιατζόγλου Τάσος, πρόεδρος Δωριέα)

ball photo

"Έχεις φτάσει εικοσιπεπτά  χρονών και δεν έχεις δει ακόμη ούτε ένα μαστραπά"

Τι σημαίνει ;

-----

Απάντηση

Μαστραπάς ειναι οποιοδήποτε τρόπαιο μπορεί να κατακτήσει κάποια ομάδα. Λαϊκή λέξη που χρησιμοποιείται κυρίως για την κούπα νερού, αραβικής προέλευσης, στα ελληνικά από το τουρκικό maşrapa

كَلام فارِغ

dourmi

"Σαν την μύγα ,μέσα στο γάλα, ο Φιόρι μας"

                                                  (Πρόεδρος)

----------

كَلام فارِغ

«Η  αραβική φράση καλάμ φάριγ ( كَلام فارِغ ) σημαίνει κενά λόγια ,δηλαδή λόγος άνευ περιεχομένου ή κύμβαλον αλαλάζον ».

sendra

Επόμενος Αγώνας

ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑ 
Ποδοσφαίρου.

 Αγωνιστική  3η

 Ασκληπιό - Δωριέας

Γήπεδο.Ασκληπιό

Ημερομηνία  

Ωρα 

Βαθμολογία

      Πάνθηρες 6
  Χάλκη 6  
  Δ.Α.Ν.Σ. Δωριεύς  6  
  Ασκληπιό 3  
  Ασπίδα Απολακκιάς 3   
  Φαληράκι  
  Θύελλα Πυλώνας  
  Ταξιάρχης Κάλαθου