Ὅπως καὶ ἡ ἴδια ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα, οἱ λέξεις καὶ οἱ φθόγγοι της, ἔτσι καὶ τὰ ὀνόματά μας δὲν ἔχουν δημιουργηθεῖ τυχαῖα. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὀνοματοδοσία στὶς περισσότερες χῶρες τοῦ δυτικοῦ κόσμου, τὰ ἑλληνικὰ ὀνόματα -ἀκόμα καὶ αὐτὰ τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας- σχεδὸν πάντα σημαίνουν κάτι.
 
A
Ἀγαθή: ἐκ τοῦ ἀχασὸς καὶ ἀγασὸς (δώρ.) ποῦ πιθανὸν νὰ προέρχονται ἀπὸ τὸ ρῆμα χασέω (εἶχε τὴν ἔννοια τοῦ χωρίζω ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐπιθυμῶ διακαῶς), αὐτὴ ποὺ ἐνεργεῖ μὲ καλὲς καὶ ἁγνὲς προθέσεις.
Ἀγαθόκλεια: ἀγαθὴ + κλέος, ἡ ἔχουσα καλὴ φήμη.
Ἀγαθοκλῆς: ἀγαθὸς + κλέος, ὁ ἔχων καλὴ φήμη.
Ἀγαθονίκη: ἀγαθὴ + νίκη, ἡ νικήτρια ἔνδοξης νίκης.
Ἀγγελική: ἀπὸ τὸ ἄγγελος καὶ τὸ ρῆμα ἀγγέλω: φέρνω εἴδηση, προμηνύω.
Ἄγγελος: ἀγγελιοφόρος, ἀπεσταλμένος.
Ἀγησίλαος: ἄγω + λαός, αὐτὸς ποὺ ὁδηγεῖ τὸν λαὸ
Ἀγλαΐα: ἀγλαὸς = φωτεινός, λαμπερὸς
Ἀθανάσιος: ὁ ἀθάνατος, ὁ αἰώνιος.
Ἀθηναγόρας: Ἀθῆναι + ἀγορά, ὁ σοφὸς ἀγορητής.
Ἀθηνόδωρος: Ἀθηνᾶ + δῶρο, δῶρο τῆς Ἀθηνᾶς, ὁ σοφός.
Αἰκατερίνη: ἐκ τοῦ καθαρός: ἐξαγνισμένη ἢ ἐαρινή, ἀνοιξιάτικη
Αἰμίλιος: ἐκ τοῦ λατινικοῦ aimilius > aemulus = ζηλότυπος, ἀνταγωνιστής.
Αἰσχύλος: ντροπαλός.
Αἴσωπος: ὁ βλέπων τὸ πεπρωμένο.
Ἀλέξανδρος: ἀλέξω = ἀπομακρύνω + ἀνήρ, ὁ ἀνδρεῖος.
Ἄλκηστης: ἀλκὴ = ἀποκρούω + ἑστία, ἡ ἀτρόμητη, ἡ ἱκανή.
Ἀλκιβιάδης: ἀλκὴ + βία
Ἀλκμήνη: ἀλκὴ + μήνη:σελήνη
Ἀμαλία: ἐτυμολογία ἀπὸ τὴν τευτονικὴ (σήμ. γερμανική): ἐργατική, δραστήρια.
Ἀνάργυρος: ἃ(στερητ.) +αργύρια
Ἀναστάσιος: ἀνὰ + ἴστημι: στέκομαι, σχετιζόμενος μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ
Ἀνδρέας: ἀνδρεῖος, ἐκ τοῦ ἀνὴρ
Ἀνδριάνα: παραλλαγὴ τῆς Ἀνδρεανῆς (αὐτὴ ποὺ ἀνήκει στὸν Ἀνδρέα)
Ἀνδροκλής: ἀνὴρ + κλέος, ἄνδρας μὲ καλὴ φήμη
Ἀνδρομάχη: ἀνὴρ + μάχω, ἡ μαχόμενη ἐναντίον τῶν ἀνδρῶν
Ἀνδρόμεδα: ἀνὴρ + μέδω = ἄρχω, ἐκείνη ποὺ κυβερνᾶ τοὺς ἄνδρες.
Ἀνθῆ: ἐκ τοῦ ἀνθῶ= ἀκμάζω, εὐδοκιμῶ, αὐτὴ ποὺ ἀκμάζει.
Ἄννα: ἀπὸ τὸ ἑβραϊκὸ Χάνα ποὺ σημαίνει εὔνοια, χάρη
Ἀντιγόνη: ἀντὶ + γίγνομαι (γεννιέμαι) = ἰσάξια μὲ τὸν γεννήτορα, τὸν πατέρα της.
Ἀντώνιος: ἐκ τοῦ ἄντωση= ἄνωση, ὁ ὁρμητικὰ ἀντίθετος
Ἀργυρῶ: ἀπὸ τὸ ἐπίθετο ἀργύριος (σχετικὸς μὲ τὰ χρήματα), ἡ πολύτιμη
Ἀρετή: ἀπὸ τὸ ἄρχ. οὐσιαστικὸ ἀρετή., ἡ τέλεια, ὑπέροχη.
Ἀριάδνη: ἄρι: πολὺ + ἁγνὴ
Ἀριστόβουλος: ἄριστος + βουλή, ὁ ἄριστος σύμβουλος.
Ἀριστογένης: ἄριστος + γένος, ὁ εὐγενής.
Ἀριστοκλής: ἄριστος + κλέος, ὁ ἔχων ἄριστη δόξα.
Ἀριστομένης: ἄριστος + μένος, ὁ ἀνδρειότατος
Ἄρτεμης: ἡ λέξη «Ἄρτεμις» εἶναι ἄγνωστης προέλευσης. Ἴσως νὰ συσχετίζεται μὲ πρὸ-ἑλληνικὴ θεότητα τῆς Μ.Ἀσίας. Ὡστόσο, ἡ ἀρτεμισία εἶναι ἀρωματικὸ ἀειθαλὲς φυτό.
Ἀσπασία: θηλυκό του ἄρχ. ἐπιθέτου ἀσπάσιος (χαρούμενη, εὐτυχισμένη)
Ἀφροδίτη: ἀφρὸς + ἀναδύω
Βαρβάρα: ἐκ τοῦ βάρβαρος
Βασίλειος: βασιλεὺς ἢ αὐτὸς ποὺ ἀνήκει στὸν βασιλιὰ
Βερόνικα = ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο μακεδονικὸ ὄνομα Φερενίκη (φέρω + νίκη, αὐτὴ ποὺ φέρνει τὴ νίκη)
Γ 
Γεράσιμος: ἐκ τοῦ γεράσμιος, ὁ σεβάσμιος
Γλυκερία: ἐκ τοῦ γλυκύς, ἡ γλυκειὰ
Γεώργιος: ἐκ τοῦ γεωργῶ = γῆ + ἔργο, ὁ ἐργαζόμενος στὴν γῆ
Γρηγόριος: ἐκ τοῦ γρηγορῶ, ὁ ἄγρυπνος, ἀκοίμητος φρουρός.
Δ 
Δέσποινα: ἐκ τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ δέσποινα, θηλυκό του δεσπότης < *despotnia < *dems, ἀρχαϊκὴ γενική του δόμος, σπίτι + πότνια. Ἡ οἰκοκυρά, ἡ κυρία τοῦ σπιτιοῦ.
Δημήτριος: Δὴ (δωρικὸς τύπος τοῦ Γῆ) + μήτηρ, αὐτὸς ποὺ ἀνήκει στὴ θεὰ Δήμητρα
Δημοσθένης: δῆμος + σθένος, ἡ δύναμη τοῦ λαοῦ
Διογένης: Ζεὺς + γένος, ὁ Θεογέννητος
Διομήδης: Διὸς + μέδων: ἄρχων, ὁ ἄρχων μὲ θεία δύναμη.
Διώνη: ἐκ τοῦ Διός, ἡ θεϊκή.
Ε 
Ἑλένη: ἑλένη, ποὺ σημαίνει «λαμπάδα» ἢ ἀπὸ τὴ ρίζα ἐλε- ποὺ σημαίνει κυριεύω, κατακτῶ.
Εἰρήνη: εἴρω (λέγω ) + νοῦς, αὐτὴ ποὺ μιλᾶ ἤρεμα καὶ λογικά.
Ἕκτωρ: ἐκ τοῦ ἔχω, ὁ ἔχων.
Ἐμμανουήλ: ἀπὸ τὸ ἑβραϊκὸ Immanu El (ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας), ὁ σωτήρας, ὁ ἐλευθερωτής.
Εὐάγγελος: ἀγγελιοφόρος ποὺ φέρνει καλὰ νέα, καλὸς ἄγγελος [ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἐπίρρημα εὖ- (καλά, εὔκολα) + τὸ οὐσιαστικὸ ἄγγελος]
Εὐτυχία: καλὴ τύχη
Εὐφροσύνη :αὐτὴ ποὺ ἔχει κέφι, χαρά, ἡ καλοδιάθετη.
Ἐπαμεινώνδας: ἐπὶ + ἄμεινον, ὁ προοδευτικός.
Ἐρατώ: ἐρῶ: ἀγαπῶ, αὐτὴ ποὺ ἀγαπᾶ.
Ἐριφύλη: ἔρι: πολὺ + φύλον, ἡ ἔξοχη τῶν γυναικών.
Ἐτεοκλής: ἐτεός: ἀληθὴς + κλέος, ὁ ἔχων ἀληθινὴ δόξα.
Εὐάγγελος: εὖ + ἀγγέλω, αὐτὸς ποὺ φέρνει εὐχάριστα νέα.
Εὐαγόρας: εὖ + ἀγορεύω, ὁ καλὸς ὁμιλητῆς.
Εὐανθία: εὖ + ἄνθος, ἡ ὄμορφη.
Εὐγενία: εὖ + γένος, αὐτὴ ποὺ εἶναι ἀπὸ καλὸ γένος.
Εὐδοκία: εὖ + δοκῶ, ἡ ἔχουσα καλὴ ἄποψη.
Εὐδοξία: εὖ + δόξα, ἡ ἔχουσα καλὴ φήμη
Εὐνομία: εὖ + νέμω: αὐτὴ ποὺ μοιράζει καλά, δίκαια.
Εὐρυσθένης: εὐρὺς + σθένος, ὁ πολὺ ἰσχυρός.
Εὐτέρπη: εὖ + τέρπω, ἡ πολὺ εὐχάριστη
Εὐτύχιος: εὖ + τύχη, αὐτὴ ποὺ ἔχει καλὴ τύχη.
Εὐφημία: εὖ + φημί, αὐτὴ ποὺ ἔχει καλὴ φήμη.
Ζ
Ζαφείριος: ἀπὸ τὴν ἀρχαία λέξη σάπφειρος, ἕνας πολύτιμος λίθος μὲ χρῶμα βαθὺ γαλάζιο (τὸ ζαφείρι).
Ζηνοβία: ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο κύριο ὄνομα Ζᾶν (Ζεὺς ἦταν ὁ Δίας) + τὸ οὐσιαστικὸ βίος (ζωή). Σημαίνει αὐτὴ ποὺ ζεῖ σὰν θεά, ἔχει τὴ δύναμη τοῦ Δία.
Ἥβη: ἐκ τοῦ ἀρχαίου ἥβη ποὺ σημαίνει ἀκμή, ἡ ἰσχυρή, ἡ ἀκμάζουσα.
Ἠλίας: (ἑβραϊκή), «ὁ Θεὸς εἶναι Κύριος» ἢ «εἶναι ὁ θεός μου»
Ἠλέκτρα: ἐκ τοῦ ἠλέκτωρ: ὁ ἀκτινοβολῶν ἥλιος, ἡ λαμπρή, ἡ φωτεινή.
Ἡρακλῆς: Ἦρα +κλέος, ὁ δοξασμένος ἀπὸ τὴν Ἥρα ἢ πολὺ δυνατός.
Ἠσαΐας: (ἑβραϊκὴ) ἡ σωτηρία τοῦ Θεοῦ
Ἡσίοδος: ρίχνω, ἐκτοξεύω φωνή, ὠδὴ
Ἠῶ: χάραγμα, αὐγή.
Θ 
Θάλεια: ἐκ τοῦ θάλλω, ἡ πλήρης, ἡ ἀνθηρή.
Θέμις: τίθημι = θεσμός, αὐτὸς ποὺ θέτει.
Θεμιστοκλῆς: θέμις (δικαιοσύνη) + κλέος, αὐτὸς ποὺ δοξάζει τὴν δικαιοσύνη.
Θεοδώρα: θεοῦ + δῶρο, δῶρο θεοῦ.
Θεόφιλος: θεοῦ + φίλος, ὁ φίλος του θεοῦ.
Θησέας: θήσω, ἐκ τοῦ τίθημι, αὐτὸς ποὺ θέτει.
Θουκυδίδης: Θεοῦ + κύδος: δόξα, ὁ δοξάζων τὸν θεό.
Θρασύβουλος: θρασὺς + βουλεύομαι, αὐτὸς ποὺ σκέφτεται μὲ ὑπερβολικὴ τόλμη.
Θωμάς: (ἑβραϊκὴ) ὁ δίδυμος.
Ι 
Ἰάσων: ἐκ τοῦ ἴασις, αὐτὸς ποὺ θεραπεύει.
Ἰάκωβος: (ἑβραϊκὸ) αὐτὸς ποὺ ὑποσκελίζει
Ἰωσὴφ-ἴνα: ἑβραϊκό, ὁ πολύτεκνος, -ἡ
Ἰγνάτιος: ἀν καὶ ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξης εἶναι ἀβέβαιη, ἴσως συνδέεται μὲ τὸ λατινικὸ ignis= φωτιὰ
Ἱερώνυμος: ἐκ τοῦ ἱερὸ + ὤνυμος (ὄνομα), ὁ φέρων ἱερὸ ὄνομα
Ἰορδάνης: (ἑβραϊκὴ) Yarden ποὺ σημαινει εκροή, αὐτὸς ποὺ κατεβαίνει ὁρμητικά.
Ἰοκάστη: ἴον + κάζω: στολίζω, αὐτὴ ποὺ στολίζει
Ἰππολύτη: ἵππος + λύω, αὐτὴ ποὺ ἐλευθερώνει τὰ ἄλογα.
Ἰσμήνη: ἀγνώστου ἐτυμολογίας, κατὰ μία ἄποψη ἐκ τοῦ ἴσμεν>οἶδα>γνωρίζω, ἡ συνετή.
Ἰφιγένεια: ἴφι: ἀρχαία δότ. τοῦ «ἴς», ἰσχυρῶς, κραταιῶς + γίγνομαι, ἡ πολὺ ἰσχυρή.
Ἰωάννης: ἀπὸ τὴν ἑβραϊκὴ λέξη Ἰωννάθαν, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ
Κ 
Καλλιόπη: ἐκ τοῦ καλὴ + ὄπη= φωνή, ἡ καλλίφωνη.
Καλλιρρόη: καλῶς + ρέω, αὐτὴ ποὺ κυλᾶ μὲ χάρη ἢ αὐτὴ ποὺ ἔχει ἄφθονα νερά.
Κασσάνδρα: ἀρχαῖο κύριο ὄνομα, ὑποκοριστικό του Ἀλεξάνδρα.
Κίμων: ἐκ τοῦ «κίω», αὐτὸς ποὺ βαδίζει γρήγορα.
Κλέαρχος: κλέος + ἄρχω, ὁ ἔνδοξος ἄρχων
Κλειώ: ἐκ τοῦ «κλείω»= ὀνομάζω, καλὸ καὶ «κλέος»= δόξα, ἡ ἔχουσα ὑπόληψη.
Κλεόβουλος: κλέος + βουλή, ὁ ἐπινοητικός.
Κλεομένης: κλέος + μένος, ὁ ἔνδοξος γιὰ τὴ γενναιότητά του.
Κλεονίκη: κλέος + νίκη, ἡ ἔνδοξη νικήτρια.
Κλεοπάτρα: κλέος + πάτρη, ἡ δόξα τῆς πατρίδος.
Κορνήλιος: (λατινικὴ) ἐκ τοῦ cornelius > cornu= κέρας, αὐτὸς ποὺ ἔχει κέρατα
Κοσμᾶς: ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο οὐσιαστικὸ κόσμος (στολισμός), αὐτὸς ποὺ ἀγαπάει τὴν τάξη, τὸ στολισμὸ
Κυριακή: ἐκ τοῦ ἐπιθέτου «κυριακὸς» ποὺ σημαίνει «ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου»
Κυπριανός: ἀπὸ τὸ φυτὸ κύπρος ποὺ εἶναι ἡ σημερινὴ χέννα, ὁ χάλκινος
Κωνσταντῖνος: προέρχεται ἀπὸ τὴ λατινικὴ λέξη Constantinus < constans ποὺ σημαίνει ὁ σταθερός, ὁ ἀποφασισμένος, ὁ βέβαιος.
Λ 
Λαέρτης: λαὸς + αἴρω = ἐκλέγω, αὐτὸς ποὺ ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν λαό.
Λάζαρος: (ἑβραϊκὴ) Ἐλεάζαρ= αὐτὸς ποὺ τὸν ἔχει βοηθήσει ὁ Θεός.
Λέανδρος: λαὸς + ἀνήρ, ὁ ἀνδρεῖος του λαοῦ.
Λεωνίδας: λαὸς + οἶδα + γνωρίζω, αὐτὸς ποὺ γνωρίζει τὸν λαὸ ἢ ἐκ τοῦ λέων, λιοντάρι.
Λυδία: 1) ἡ εὐγενική, μὲ καλοὺς τρόπους 2) ἡ καταγόμενη ἀπὸ τὴ Λυδία, τὴν ἀρχαία χώρα τῆς Μ. Ἀσίας.
Λυσιστράτη: λύω + στρατός, αὐτὴ ποὺ ἀφήνει ἐλεύθερο τὸν στρατό.
Μ 
Μάρθα: (ἀραμαϊκὴ) Marta= κυρία, οἰκοδέσποινα.
Μαρία: προέρχεται ἀπὸ τὴ λέξη Μαριὰμ τῆς ἀραμαϊκῆς γλώσσας ποὺ μιλιόταν στὴ Μέση Ἀνατολή. Σημαίνει πίκρα, ὀργή, παράπονο.
Μαρίνα: ἡ θαλασσινή.
Μάρκος: ἐκ τοῦ mars (Ἄρης), ὁ φιλοπόλεμος.
Μενέλαος: μένος + λαός, αὐτὸς ποὺ ἐκπροσωπεῖ τὴν ὁρμὴ τοῦ λαοῦ.
Μηνᾶς: πιθανῶς ἐκ τοῦ «μηνῶ», στέλνω μήνυμα, εἰδοποιῶ.
Μιλτιάδης: μίλτος: ἐρυθρὰ βαφή, κοκκινωπός, στὸ χρῶμα τοῦ αἵματος.
Μιχαήλ: ἀπὸ τὴν ἑβραϊκὴ λέξη Mikhael, ὅμοιος μὲ τὸν Θεό.
Ν 
Ναταλία: ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὴ μεταφορὰ τοῦ γαλλικοῦ natalie= γενέθλια, ἡμέρα γεννήσεως.
Ναυσικᾶ: ναῦς + καίνυμαι: ὑπερτερῶ, αὐτὴ ποὺ ὑπερτερεῖ στὴν θάλασσα.
Νεοκλής: νέος + κλέος, αὐτὸς ποὺ δοξάζει τοὺς νέους.
Νέστωρ: ἐκ τοῦ νεομαι = ἐπιστρέφω, αὐτὸς ποὺ ἐπιστρέφει εὐτυχὴς
Νεφέλη: νέφω: χύνω ὕδωρ, αὐτὴ ποὺ φέρνει τὸ σκότος
Νικηφόρος: νίκη + φέρω, αὐτὸς ποὺ φέρνει τὴ νίκη
Νικόλαος: νίκη + λαός, αὐτὸς ποὺ χαρίζει τὴ νίκη στὸν λαό.
Ξ 
Ξένη: ἐκ τοῦ ξένος ἢ ξενία= φιλοξενία, ἡ φιλόξενη
Ξενοφῶν: ξένος + φωνέω, αὐτὸς ποὺ ἠχεῖ ξένα, παράξενα.
Ο 
Ὀδυσσέας: ὀδύσσομαι: διώκομαι, αὐτὸς ποὺ διώκεται.
Ὄθων: ὁ ἔχων πλούτη καὶ περιουσία.
Ὄλγα: ἀπὸ ἀρχαία σκανδιναβικὴ ρίζα, ἡ ὑγιής, ἡ εὐτυχισμένη.
Ὀρέστης: ὅρος + ἵσταμαι, ὁ ὀρεινὸς
Π
Πανδῶρα: πᾶν + δῶρο, αὐτὴ ποὺ ἔχει πολλὰ δῶρα
Παρασκευή: παρὰ + σκευάζω, αὐτὴ ποὺ προετοιμάζει
Πάτροκλος: πατρὶς + κλέος, αὐτὸς ποὺ δοξάζει τὴν πατρίδα
Παυσανίας: ἐκ τοῦ παύω καὶ ἀνία, αὐτὸς ποὺ ἀνακουφίζει τὴν θλίψη
Περικλῆς: περὶ + κλέος, ὁ ἔνδοξος, ὁ φημισμένος
Περσέας: ἐκ τοῦ πέρθω = ἐκπορθῶ, καταστρέφω, αὐτὸς ποὺ καταστρέφει
Πέτρος: ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο οὐσιαστικὸ πέτρος (πέτρα). ὁ σταθερός, ὁ ἀκλόνητος
Πηνελόπη: ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες ἑλληνικὲς λέξεις πήνη (νῆμα) + λέπω (ξετυλίγω). Η ὑφάντρια
Πολυδεύκης: πολὺ + δεῦκος: γλεῦκος, ὁ πολὺ γλυκὸς
Ποσειδῶν: πόσις (ποταμὸς) + εἴδω, αὐτὸς ποὺ εἶναι ἁρμόδιος
Προμηθέας: 1) πρὸ + μύθος 2) πρὸ + μῆθος = μέριμνα = ὁ προνοητικὸς
Πυθαγόρας: πυνθάνομαι + ἀγορεύω
Ρ 
Ρέα: προελληνικῆς προέλευσης, ἐκ τοῦ ράος= ἕτοιμος, ἡ ἕτοιμη
Ρεγγίνα: ἡ βασίλισσα
Ρήγας: (μεσαιωνικὴ ἑλληνικὴ) ἐκ τοῦ ρὴξ> λατινικὰ rex, ὁ βασιλιὰς
Ρωμανός: ἐκ τῆς «ρώμης»= δύναμη, ὁ σφρηγιλὸς
Σ 
Σάββας: (ἑβραϊκὴ) ἀπὸ τὸ Σάββατο.
Σέργιος: αὐτὸς ποὺ τοῦ ἀρέσει ὁ περίπατος, τὸ σεργιάνι
Σοφοκλῆς: σοφὸς + κλέος, ὁ ἔχων δόξα σοφοῦ
Σπυρίδων: πιθανὸν νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο οὐσιαστικὸ σπυρίς, γέν. σπυρίδος (ψαροκόφινο). Ἑπομένως Σπυρίδων εἶναι ὁ κοφινάς, ὁ καλαθᾶς
Σταμάτιος/Σταματία/Σταματούλα: αὐτὸς/ἢ ποὺ σταματάει κάτι
Στέλλα: (λατινικὰ) stella= τὸ ἀστέρι.
Στέργιος: στέργω = δείχνω στοργὴ
Στυλιανός: ἐκ τοῦ στύλος, αὐτὸς ποὺ στεριώνει σὰν στύλος.
Σωκράτης: σώζω + κράτος, αὐτὸς ποὺ σώζει τὸ κράτος, ὁ ἰσχυρός.
Σωτήρης: ἐκ τοῦ σωτὴρ= ὁ λυτρωτὴς
Τ 
Τατιάνη: (λατινικὰ) tatianus, ὀνομασία ρωμαϊκῆς φυλῆς
Τερψιχόρη: τέρπω + χορός, αὐτὴ ποὺ ἀρχίζει τὸν χορὸ
Τερέζα: ἀπὸ τὸ ἕλλην. θερίζω δηλώνοντας γονιμότητα καὶ κὰτ΄ ἄλλους ἀπὸ τὸ τοπωνύμιο Θήρα
Τηλεμαχος: τηλέ: μακριὰ + μάχομαι
Τιμόθεος: τιμὴ + Θεός, αὐτὸς ποὺ τιμᾶ τὸν θεὸ
Τρύφων: ὁ φιλήδονος
Φ 
Φαίδρα: ἡ λαμπερή, ἡ χαρούμενη
Φαίδων: ἐκ τοῦ φαιδρός, χαρούμενος, γελαστὸς
Φειδιππίδης: φείδομαι + ἵππος
Φίλιππος: φίλος + ἵππος, ὁ φίλος τῶν ἀλόγων
Φραγκίσκος: ἀπὸ τὴ λατινικὴ λέξη Franciscus (γαλλικός), ὁ γνήσιος Γάλλος ἢ αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὴ Γαλλία
Φρίξος: φρίττω, αὐτὸς ποὺ φρίττει
Φοῖβος: ἐκ τοῦ φάος= φωτεινὸς
Φώτιος: ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο οὐσιαστικὸ φῶς, γέν. φωτὸς (ὁ φωτεινός, ὁ λαμπρὸς)
Φωτεινή: ἡ θηλυκὴ μορφὴ τοῦ ὀνόματος Φώτιος (ἡ λαμπερὴ)
Χ
Χαράλαμπος: ἀπὸ τὰ οὐσιαστικὰ χαρὰ + λάμπω. αὐτὸς ποὺ λάμπει ἀπὸ χαρὰ
Χαρίκλεια: ἀρχαῖο ὄνομα ἀπὸ τὰ οὐσιαστικὰ χάρις (ἡ χάρη) + κλέος (δόξα), ἡ ξακουστὴ γιὰ τὴ χάρη της
Χρῆστος: παράλληλη γραφὴ τοῦ Χρίστος. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἐκδοχὴ-λιγότερο πιθανή, ἀπὸ τὸ ἐπίθετο χρηστὸς (χρήσιμος, ὠφέλιμος)
Χρίστος: ἀπὸ τὸ Χριστὸς (αὐτὸς ποὺ χρίσθηκε, ἐπαλείφθηκε μὲ λάδι καὶ μύρο)
Χαρίλαος: χάρη + λαός, αὐτὸς ποὺ ἔχει τὴν εὔνοια τοῦ λαοῦ
Χριστόφορος: Χριστὸς + φέρω, ὁ φέρων τὸν Χριστὸ
Ω
Ὠρίων: ὥρα, φροντίδα, αὐτὸς ποὺ φροντίζει.

 

Θέλετε να μάθετε πόσοι, ποδοσφαιριστές ξεκινάνε βασικοί ,σε κάθε πρωτάθλημα ;

Το γνωρίζουμε πολλαπλασιάζοντας τον αριθμό των ομάδων, με το 11

altΌταν πολλαπλασιάζει κανείς ένα ποσό με τον αριθμό 11, μπορεί να ακολουθήσει την εξής μέθοδο: Αφήστε στην άκρη το τελευταίο και το πρώτο ψηφίο, στη συνέχει προσθέστε κάθε ζεύγος διαδοχικών ψηφίων (στο παράδειγμα γίνεται πιο εύκολα κατανοητό):

Παράδειγμα 1: 4.281 x 11 γίνεται η εξής μετατροπή: (4)(4+2),(2+8)(8+1)(1), δηλαδή 47,091

Όταν το άθροισμα ενός ζεύγους είναι μεγαλύτερο από 10, μεταφέρετε το ψηφίο αυτό στο επόμενο ζεύγος που απομένει (όπως φαίνεται παραπάνω, όπου το άθροισμα 2+8 ήταν 10)

Παράδειγμα 2: Ας δοκιμάσουμε κάτι πιο δύσκολο. To 9.621.576.521 x 11 γίνεται: (9)(9+6),(6+2) (2+1)(1+5),(5+7)(7+6)(6+5),(5+2 )(2+1)(1), δηλαδή 105.837.341.731

     Πάσα στήθους
 
  • Η στάση του σώματος του παίκτη τη στιγμή που κάνει την πάσα είναι ίδια με τη βασική στάση.
  • Προκειμένου να γίνει η πάσα στήθους, η λαβή στην μπάλα είναι με τους αντίχειρες και τους δείκτες να σχηματίζουν το λατινικό γράμμα "W".
  • Το πόδι κάνει ένα βήμα μπροστά, προκειμένου να δώσει ταχύτητα στην μπάλα.
  • Η μπάλα κατευθύνεται από το στήθος του πασέρ σε αυτό του αποδέκτη.
  • Είναι γρήγορη πάσα, η οποία είναι καλύτερο να χρησιμοποιείται στην περιφέρεια.
  • Η πάσα στήθους δεν μπορεί να γίνει, όταν παρεμβάλλεται αμυντικός, γιατί α) είναι εύκολα προβλέψιμη, β) η πορεία της είναι ευθεία και γ) δεν είναι κατάλληλη για προσποίηση.
     
    Σκαστή πάσα
 
  • Είναι πάσα που χρησιμοποιείται, όταν θέλουμε να τροφοδοτήσουμε ένα συμπαίκτη που ζητάει την μπάλα χαμηλά.
  • Είναι ουσιαστικά μια παραλλαγή της πάσας στήθους και όλες οι κινήσεις είναι όμοιες, αλλά η πορεία της μπάλας δεν είναι ευθεία.
     
    Πάσα πάνω από το κεφάλι
 
  • Είναι πάσα που χρησιμοποιείται εναντίον άμυνας ζώνης αλλά και σαν πρώτη πάσα μετά από rebound.
  • Η πορεία της μπάλας είναι ευθεία με κατεύθυνση από τα χέρια του πασέρ προς το στήθος του αποδέκτη.
  • Είναι η ιδανική πάσα για την τροφοδότηση ψηλών παικτών, γιατί η μπάλα ακολουθεί το συντομότερο δρόμο από τα χέρια του πασέρ στο στήθος του αποδέκτη.
     
    Πάσα με το ένα χέρι (baseball πάσα)
 
  • Είναι πάσα που καλύπτει μεγάλες αποστάσεις μέσα στο γήπεδο και χρησιμοποιείται πολύ συχνά για την εκδήλωση αιφνιδιασμού.
  • Πρέπει να γίνει με ακρίβεια, γιατί εξαιτίας της μεγάλης απόστασης ένα μικρό λάθος στην εκτέλεση πολλαπλασιάζεται στην υποδοχή της μπάλας.

 

alt

Η Γερμανία έχει ανέβει σκαλοπάτια ξανά, σε επίπεδο συλλόγων, και φέτος δείχνει την κυριαρχία της για τα καλά. Απ΄ ό,τι φαίνεται οι δυο παρουσίες της Μπάγερν σε τελικό κι άλλη μια της Σάλκε στα ημιτελικά τα τελευταία χρόνια, ήταν μόνο η αρχή.

   Σε μια εποχή που ο Νότος της Ευρώπης στενάζει κάτω από μνημονιακές πολιτικές είναι αναπόφευκτο να μην επηρεαστεί και το ποδόσφαιρο. Και προσεχώς, μάλιστα, μπορεί κάτι τέτοιο να γίνει ακόμα πιο φανερό.

  Με λίγα λόγια, τα λεφτά πάνε στα λεφτά ως συνήθως. Η Γερμανία έχει την πιο σταθερή οικονομία στην Ευρώπη και κάνει όλο το παιχνίδι στην ευρωζώνη, ο Νότος δεν μπορεί να ρίξει πια τόσα λεφτά στο ποδόσφαιρο μέσα σε καθεστώς σκληρής λιτότητας, η Αγγλία βρίσκεται σε άλλη φάση μετά το μεγάλο και δαπανηρό πρότζεκτ των ολυμπιακών αγώνων, ενώ φέτος στην Πρέμιερ Λιγκ δεν είδαμε και ιδιαίτερο ανταγωνισμό αφού η Γιουνάιτεντ καθάρισε τον τίτλο πολύ νωρίς. Συν τοις άλλοις όλοι οι αγγλικοί σύλλογοι μείνανε εκτός Τσάμπιονς Λιγκ στις τελευταίες στροφές της διοργάνωσης.

  Οι γερμανικοί σύλλογοι, λοιπόν, διαθέτουν πολύ κόσμο, έχουν γεμάτα γήπεδα, είναι σε καλή οικονομική κατάσταση, έχουν οργάνωση, ενώ κάνουν πλέον κι εντυπωσιακές κινήσεις. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στη μεταγραφή του Γκέτσε στην Μπάγερν από τη Ντόρτμουντ με 37 εκατ. ευρώ, αλλά και στην πρόσληψη του Γκουαρντιόλα. Ήταν μεγάλο -και από οικονομικής πλευράς- μπαμ σε όλο το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

   Συν τοις άλλοις, βλέπουμε ότι η Μπάγερν είναι ήδη υπερπλήρης σε όλες τις θέσεις κι έχει στον πάγκο παικταράδες, όταν η Μπαρτσελόνα δεν έχει τερματοφύλακα, μόλις τραυματίζεται ο Πουγιόλ έχει σοβαρό θέμα στην άμυνα και η Ρεάλ δεν έχει βρει έναν σέντερ φορ που να "σκοτώνει" και τα περιμένει όλα για το γκολ στα περισσότερα κρίσιμα ματς από τον Κριστιάνο.

  Πόσες ομάδες στην Ευρώπη έχουν την πολυτέλεια να διαθέτουν και Ρόμπεν και Ριμπερί και Μίλερ και, και, και; Όπως βέβαια και η Ντόρτμουντ που μπορεί να αναπληρώνει απώλειες (όπως του Καγκάβα που πήγε στην Γιουνάιτεντ) και παρά ταύτα κάθε χρόνο να γίνεται πιο ισχυρή!

 

Πηγη. Γκαζεττα

 

  
Σέντρα: α) στήνω την μπάλα στη σέντρα, πρόκειται για μεταφορά του αγγλικού center, στην ουσία, όμως, είναι αντιδάνειο ελληνικής λέξης. Οι Λατίνοι δανείστηκαν το ελληνικό “κέντρον” και το μετέτρεψαν σε centrum. Aπό τους Λατίνους το δανείστηκαν και οι Άγγλοι μετατρέποντας το σε center. 

Μπάλα: Προέρχεται από το Ιταλικό palla, αρχαία γερμ: bal.
Στα ελληνικά αποδίδεται ως σφαίρα και απ’ εδώ σχηματίστηκαν οι λέξεις: ποδόσφαιρο (πρώτη μετάφραση ποδοσφαίρισις, καλαθοσφαίριση, υδατοσφαίριση κ.ά.)
 
Πέναλτι: η τιμωρία, στα αγγλικά. Και τούτη η λέξη έχει ελληνική προέλευση. Πρόκειται για ένα, ακόμα, αντιδάνειο και παράγεται από το αρχαίο ελληνικό: ποινή> λατ. Poena> poenalis> poenalitas > αγγλ. Penalty
 
Πάσα: η μεταβίβαση. Από τα λατινικά μας έρχεται η λέξη < passare: περνώ. Στα ελληνικά βρίσκουμε και τις λέξεις: πασάρω, πασάρισμα, πασούλα, πασίτσα, πασαδόρος. 
Το λατινικό ρήμα passare το βρίσκουμε και στο πασαπόρτι (:διαβατήριο< passa + porto, λιμάνι), πασατέμπος (passa + tempo, περνώ το χρόνο), πασαρέλα (< γαλλ. passarelle)
 
Γκολ < αγγλ. Goal, αρχικά δήλωνε το σημείο που καταλήγει μία διαδρομή. Με την ποδοσφαιρική σημασία μαρτυρείται ως η τελική κατάληξη της μπάλας στην αγγλική από το 1548. Στα ελληνικά αποδίδεται με τη λέξη “τέρμα” (τερματοφύλακας).
 
Σκορ: το αποτέλεσμα ενός αθλητικού αγώνα score < αρχ, αγγλ. scora: χαράσσω, μετρώ με βάση τις χαρακιές.
 
Σουτ: στα ελληνικά η βολή από το αγγλικό shoot < πυροβολώ, εκτοξεύω (σουτάρω, σουτάκι, σουτάρα, σουτέρ)
 
Γήπεδο
ΕΤΥΜ. < αρχ. γήπεδον γπέδον «έδαφος», για το οποίο βλ.λ. πεδίο, πβ. κ. αρχ. δά-πεδον, οκό-πεδον.
 
 

 

alt

 

Μία ψυχολόγος βρισκόταν μέσα σε μία αίθουσα διδασκαλίας, και μιλούσε
για τη διαχείριση του άγχους σε ένα ακροατήριο. Κάποια στιγμή σήκωσε
ένα ποτήρι νερό, και όλοι υπέθεσαν ότι θα τους απευθύνει την κλασική
ερώτηση "μισοάδειο ή μισογεμάτο". Αντ' αυτού, με ένα χαμόγελο στο
πρόσωπό της, ρώτησε: «Πόσο βαρύ είναι αυτό το ποτήρι νερό;"

Οι απαντήσεις που ακουστήκαν κυμαίνονταν από 250 σε 600 γραμμάρια.

   Εκείνη όμως απάντησε: «Το απόλυτο βάρος δεν έχει σημασία. Εξαρτάται
από το πόσο διάστημα το κρατάω. Εάν το κρατήσω για ένα λεπτό, δεν
είναι ένα πρόβλημα. Εάν το κρατήσω για μια ώρα, θα έχω έναν πόνο στον
βραχίονά μου. Αν το κρατήσω για μία μέρα, το χέρι μου θα μουδιάσει και
θα αρχίσει να παραλύει. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του γυαλιού δεν
αλλάζει, αλλά όσο πιο πολύ το κρατάω, τόσο πιο βαρύ γίνεται.»

  Η ψυχολόγος συνέχισε λέγοντας, "Τα άγχη και οι ανησυχίες της ζωής
είναι σαν το ποτήρι του νερού. Αν τα σκέφτεστε για ένα μικρό χρονικό
διάστημα, δεν συμβαίνει τίποτα κακό. Αν τα σκεφτείτε λίγο περισσότερο,
αρχίζουν να σας βλάπτουν. Και αν τα σκέφτεστε όλη την ημέρα για μεγάλο
χρονικό διάστημα, μπορεί να αισθανθείτε ότι σας παραλύουν και ότι σας
καθιστούν ανίκανους να κάνετε οτιδήποτε άλλο".

Είναι σημαντικό να θυμάστε να διώχνετε τα άγχη και τους φόβους σας.
Όσο πιο νωρίς μέσα στην ημέρα, αφήστε όλα τα βάρη σας κάτω. Μην τα
κουβαλάτε όλο το απόγευμα και όλο το βράδυ μαζί σας.

Θυμηθείτε να αφήσετε το ποτήρι!

 

  Το χατ τρικ  (αγγλ. hat-trick) είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται σε διάφορα αθλήματα για να δηλώσει την εξαιρετική επίδοση ενός αθλητή, ο οποίος έχει επαναλάβει μια επιτυχία τρεις φορές, όπως τρία τέρματα ή τρεις συνεχόμενες νίκες σε αγώνες.

   Στην Ελλάδα έχει επικρατήσει να χρησιμοποιείται κυρίως στο ποδόσφαιρο για να δηλώσει την επίτευξη τριών τερμάτων σε έναν αγώνα από τον ίδιο παίκτη. Τα τέρματα μπορούν να επιτευχθούν σε οποιαδήποτε περίοδο του αγώνα, είτε στην κανονική περίοδο είτε στην παράταση, αλλά όχι στην διαδικασία των πέναλτι. Ως έπαθλο στον παίκτη που πέτυχε το χατ τρικ, δίνεται κατά παράδοση η μπάλα του αγώνα με την οποία το πέτυχε ( εννοείται πριν την κρίση...)

  Με τρία στο ίδιο 45λεπτο να αποτελούν πλέον ένα καθαρό χατ-τρικ.

¨Ρήση¨

gata

Η γάτα θα φάει ψάρι αλλά δεν θα βρέξει τα πόδια της.

----------

كَلام فارِغ

«Η  αραβική φράση " καλάμ φάριγ "( كَلام فارِغ ) σημαίνει κενά λόγια ,δηλαδή λόγος άνευ περιεχομένου ή ( κύμβαλον αλαλάζον)».

DANS

sendra

Επόμενος Αγώνας

ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑ 
Ποδοσφαίρου.

 Αγωνιστική  

Δωριέας 

Γήπεδο.

Ημερομηνία  

Ωρα 

Βαθμολογία